Εισαγωγή
Tο Μέγαρο της Ακαδημίας Αθηνών αποτελεί το ένα από τα μέρη της “αρχιτεκτονικής τριλογίας”, Εθνική Βιβλιοθήκη – Πανεπιστήμιο – Ακαδημία, που σχεδίασε το 1859 ο Δανός αρχιτέκτονας Theophil Hansen (1813-1891), νεότερος αδελφός του αρχιτέκτονα του Πανεπιστημίου Christian Hansen. Θεωρείται το σημαντικότερο έργο του Hansen, και, κατά τη γνώμη των ειδικών, είναι το ωραιότερο νεοκλασικό οικοδόμημα του κόσμου. Πηγή της έμπνευσης του αρχιτέκτονα ήταν η κλασική αρχιτεκτονική του αθηναϊκού 5ου αιώνα, όπως εμφανίζεται με τα μνημεία της Ακροπόλεως. Ειδικότερα ο Hansen έλαβε τα στοιχεία ιωνικού ρυθμού που κυριαρχούν στο οικοδόμημα της Ακαδημίας από το κομψοτέχνημα του Ερεχθείου. Στον γλυπτικό και ζωγραφικό διάκοσμο του Μεγάρου συγκεφαλαιώνεται όλη η αρχαία ελληνική παράδοση και συγχρόνως εκφράζονται τα χαρακτηριστικά του παρόντος και τα οράματα του Ελληνισμού της εποχής.
Tο 1856 ο Σίμων Σίνας πραγματοποίησε γενναία δωρεά προς το ελληνικό κράτος για την ανέγερση κτιρίου στο οποίο θα στεγαζόταν η μέλλουσα να ιδρυθεί ακαδημία. Συγχρόνως ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Theophil Hansen την εκπόνηση των σχεδίων του κτηρίου αυτού.
Τρία χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 1859, η Μονή Πετράκη και ο Δήμος Αθηναίων παραχώρησαν έκταση 9.900 τ.μ. παραπλεύρως του Πανεπιστημίου, και την Κυριακή 2 Αυγούστου του ίδιου έτους σε πανηγυρική επίσημη τελετή έγινε η κατάθεση του θεμελίου λίθου του κτιρίου της Ακαδημίας, επί του οποίου είχε χαραχθεί το ακόλουθο επίγραμμα του γνωστού λογίου της εποχής Φιλίππου Ιωάννου:
Θεία Επιστήμη! Οικοδομεί ναόν Σου
Φιλόμουσος πολίτης της Ελλάδος
Ταις παλαιαίς ταις δόξαις ν’ αναστήση
Έχει βουλή.
Κάμετε τα μυστήρια της σοφίας
Να ιερουργούν εις τον Ναόν του Σίνα
Καλοί ιερείς πάλε η φυλή μας νάναι
Δόξα της γης.
Και οι δύο διατυπώσεις αποδίδουν σαφώς τις προσδοκίες που είχαν επενδυθεί στην ίδρυση ακαδημίας.
Κατά τη διετία 1859-1861 η οικοδόμηση του κτιρίου της Ακαδημίας προχώρησε με ταχείς ρυθμούς. Στο μεταξύ, στις αρχές του 1861, η εκτέλεση των αρχιτεκτονικών σχεδίων του Hansen είχε ανατεθεί στον μαθητή του αρχιτέκτονα Ernst Ziller (1837-1923).
Η έξωση του Όθωνα είχε συνέπεια την επιβράδυνση των οικοδομικών εργασιών και τη διακοπή τους το 1864. Οι εργασίες αυτές επανελήφθησαν τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1868. Τότε ο Hansen ανέθεσε τον γλυπτικό διάκοσμο του Μεγάρου της Ακαδημίας στον γλύπτη Λεωνίδα Δρόση (1843-1884), Καθηγητή στο Σχολείον Τεχνών, όπως ονομαζόταν τότε το Πολυτεχνείο, ο οποίος είχε σπουδάσει με υποτροφία του Σίμωνος Σίνα στο Μόναχο και στην Δρέσδη, και το 1871 τον ζωγραφικό διάκοσμο του Μεγάρου στον Αυστριακό ζωγράφο Christian Griepenkerl (1839-1916), μαθητή του μεγάλου ζωγράφου Karl Rahl (1812-1865) και αργότερα, το 1874, Καθηγητή της Ακαδημίας Καλών Τεχνών της Βιέννης.
Τον Απρίλιο του 1876 απέθανε ο Σίμων Σίνας. Τότε την ευθύνη για τη συνέχιση των εργασιών του κτιρίου ανέλαβε η χήρα του Ιφιγένεια. Με τις άοκνες προσπάθειές της το έργο, η δαπάνη του οποίου έφθασε τις 2.843.319 χρυσές δραχμές, περατώθηκε εννέα χρόνια αργότερα, το 1885.
Στις 20 Μαρτίου του 1887 ο Ernst Ziller, ως πληρεξούσιος των κληρονόμων του Σίμωνος Σίνα, παρέδωσε στον τότε Πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη το Μέγαρο της αποκαλουμένης τότε “Σιναίας Ακαδημίας”. Είχαν παρέλθει 31 χρόνια από την αναγγελία, το 1856, της δωρεάς του Σίνα, και 28 χρόνια από τη θεμελίωσή του, το 1859.
Στις 22 Μαρτίου 1887, δύο ημέρες μετά την παράδοση του κτιρίου της Ακαδημίας, πραγματοποιήθηκε σε αυτό η πρώτη επιστημονική εκδήλωση: εορτάσθηκαν τα 50 χρόνια από την ίδρυση της Ιατρικής Εταιρείας. Στη συνέχεια στο κτίριο στεγάσθηκαν το 1890 το Νομισματικό Μουσείο, το 1914 το Βυζαντινό Μουσείο και το ίδιο έτος τα Γενικά Αρχεία του Κράτους.
Τον Μάρτιο του 1926, 39 χρόνια μετά την παράδοση του κτιρίου το 1887, η Ακαδημία Αθηνών εγκαταστάθηκε στο Μέγαρο του Σίμωνος Σίνα, η λειτουργία της όμως άρχισε με πρακτικά προβλήματα. Εν προκειμένω, χαρακτηριστική είναι η εικόνα που δίνει στον πρώτο απολογισμό του έργου της Ακαδημίας ο Γενικός Γραμματέας της Σίμος Μενάρδος σχετικά με την κατάσταση του κτιρίου κατά την παραλαβή του από τον τότε Διευθυντή των Γενικών Αρχείων του Κράτους Γιάννη Βλαχογιάννη:
Ότε κατά πρώτον συνήλθαμεν ο κ. πρόεδρος [Φωκίων Νέγρης], οι δύο ποιηταί [Γεώργιος Δροσίνης, Κωστής Παλαμάς] και ο τότε πρύτανις [Σίμος Μενάρδος], κρατούντες αντίτυπα του Κανονισμού, δια να παραλάβωμεν παρά του κ. Υπουργού [Δημήτριος Αιγινήτης] το μαρμάρινον οικοδόμημα, εμανθάναμεν παρά του κ. Βλαχογιάννη, του τέως φρουρού, κάτι το απροσδόκητον. Ότι η στέγη στάζει, και ότι κυριώτατον φωτιστικόν και θερμαντικόν μέσον είχε το Μέγαρον την ζωγραφιστήν εκείνην δάδα του Προμηθέως. Περί δε του κήπου αρκεί να λεχθή ότι μόλις ανακάλυψε δύο ανθούς ο κ. Δροσίνης.
