ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΚΕΙΕΔ (2007-2012)
Περίγραμμα της Ιστορίας του Μεταβυζαντινού Δικαίου
Η αναγκαιότητα της συλλογής των βυζαντινών και μεταβυζαντινών νομικών πηγών έγινε αντιληπτή ήδη κατά τις πρώτες προσπάθειες συγκρότησης ελληνικού κράτους. Η ανεύρεση των γραπτών και άγραφων μνημείων της νομικής ιστορίας του Ελληνισμού δεν απέβλεπε απλώς και μόνον στην ανάδειξη των κειμένων αυτών ως άμεσων ή έμμεσων τεκμηρίων του προϊσχύσαντος βυζαντινού δικαιϊκού παρελθόντος. Κυρίως είχε έναν καθαρά πρακτικό σκοπό, άμεσα συνδεδεμένο με τις επιτακτικές ανάγκες της τρέχουσας δικαστικής πρακτικής: να επιστηρίξει το οικοδόμημα της ελληνικής αστικής νομοθεσίας επί των στοιχείων εκείνων που θα προέκυπταν από τη μελέτη και την αντιπαραβολή των πηγών αυτών.
Από επιστημονική άποψη, η ανάγκη της συστηματικής έρευνας του Μεταβυζαντινού, ως αυτοτελούς περιόδου του Βυζαντινού ή «Ελληνορωμαϊκού» Δικαίου, επρόκειτο να γίνει ευρύτερα αντιληπτή λίγο αργότερα, όταν κατά το έτος 1839, o κατ’ εξοχήν θεμελιωτής του κλάδου της ιστορίας του βυζαντινού δικαίου, μέγας ερευνητής των βυζαντινών και μεταβυζαντινών πηγών, αλλά και υπέρμαχος της ιστορικής συνέχειας του δικαίου του ελληνισμού, γερμανός νομομαθής K. E. Zachariä von Lingenthal συνέλεξε και κατέταξε σε ιστορικό διάγραμμα τη νομική γραμματεία της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου στην Historiae Juris Graeco–Romani delineatio (Heidelberg, 1839, σ. 85–92). Η επακολουθήσασα άνθηση της εκδοτικής δραστηριότητας νομικών κειμένων της μεταβυζαντινής περιόδου, από έλληνες αλλά και ξένους μελετητές, θα σφραγίσει το τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα.
Μοιραίως ο πλούτος και η ποικιλομορφία των μεταβυζαντινών κειμένων ανέδειξε την αναπόφευκτη εξέλιξη των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, αλλά και την αλλαγή των γενικών ιδεών κατά τη μακρόχρονη περίοδο της οθωμανικής και φραγκικής κυριαρχίας. Κατ’ ακολουθίαν, διαπρεπείς πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι, όπως ο Δημήτριος Παππούλιας, ο Κωνσταντίνος Τριανταφυλλόπουλος, ο Γεώργιος Μαριδάκης και ο Γεώργιος Πετρόπουλος, υποστήριξαν την άποψη ότι μία εποπτική απεικόνιση των εγγράφων μνημείων του ξενοκρατούμενου ελληνισμού, καθώς και αυτών των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων, θα αναδείκνυε τις επιδράσεις του βυζαντινού στο μεταβυζαντινό δίκαιο. Αλλά και αντιστρόφως, θα συνέβαλε στη διαλεύκανση ποικίλων νομικών ζητημάτων της ύστερης βυζαντινής περιόδου. Η θέση αυτή ενέπνευσε και τον Δημήτριο Γκίνη. Διακεκριμένος ερευνητής στον τομέα της ιστορίας του δικαίου, ο Δημήτριος Γκίνης, θα προχωρήσει στην πρώτη συστηματική καταγραφή των έως τότε γνωστών ανέκδοτων χειρογράφων καθώς και των δημοσιευθεισών πηγών της μεταβυζαντινής περιόδου στο μνημειώδες έργο του «Περίγραμμα τῆς Ἱστορίας τοῦ Μεταβυζαντινοῦ Δικαίου» το οποίο, ως γνωστόν, είδε το φώς της δημοσιότητας το έτος 1966 στον 26ο τόμο της σειράς των Πραγματειῶν τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν.
Ήδη, μετά την πάροδο 45 ετών από την έκδοση του εποπτικού αυτού έργου και των δύο μικρών συμπληρωμάτων του που δημοσιεύθηκαν σε δύο τεύχη της Ἐπετηρίδος τῆς Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν των ετών 1972–73 και 1977–78, έχει πλέον εδραιωθεί η πεποίθηση ότι το «Περίγραμμα τῆς Ἱστορίας τοῦ Μεταβυζαντινοῦ Δικαίου» συνέβαλε αποφασιστικά στη μελέτη της μεταβυζαντινής, ως της τελευταίας περιόδου της ιστορικής εξελίξεως του Ελληνικού Δικαίου, αλλά και στην εξέλιξη της έρευνας σε τομείς οι οποίοι έως τότε παρέμεναν, ειδικά για τους νομικούς, terra incognita. Έκτοτε το ανανεωμένο επιστημονικό ενδιαφέρον περί την έρευνα των θεσμών της περιόδου αυτής απέδωσε ως καρπούς πολυπληθείς δημοσιεύσεις νομικών μεταβυζαντινών πηγών, ο όγκος και η διασπορά των οποίων επέβαλαν μία νέα προσπάθεια συστηματικής περισυλλογής και παρουσίασής τους. Η αναγκαιότητα αυτή έγινε αντιληπτή από τον εκλιπόντα εμβριθή μελετητή της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου Καθηγητή της Ιστορίας του Δικαίου και Ακαδημαϊκό Μενέλαο Τουρτόγλου (1921-2013), ο οποίος εισηγήθηκε προς την Εφορευτική Επιτροπή την ανάθεση στο Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, ως το κατ’ εξοχήν αρμόδιο για την συλλογή και έρευνα των νομικών πηγών του ελληνικού δικαίου, συλλογικού ερευνητικού προγράμματος υπό τον τίτλο Περίγραμμα της Ιστορίας του Μεταβυζαντινού Δικαίου. Με την έκδοση των δύο νέων τόμων του Περιγράμματος της Ιστορίας του Μεταβυζαντινού Δικαίου στη σειρά των Πραγματειών όπου είχε δημοσιευθεί ο πρώτος τόμος του Περιγράμματος του Δημ. Γκίνη, η Ακαδημία Αθηνών παραδίδει στους ερευνητές της νεότερης ιστορίας του ελληνισμού ένα έργο υποδομής για περαιτέρω έρευνα της ιστορίας του μεταβυζαντινού δικαίου. Πρόκειται συγκεκριμένα για τους δύο ακόλουθους τόμους, από τους οποίους ο πρώτος περιλαμβάνει τις ελληνόγλωσσες νομικές πηγές και ο δεύτερος τις λατινικές, ιταλικές και γαλλικές νομικές πηγές της μεταβυζαντινής περιόδου του ελληνικού δικαίου :
1. Λυδία Παπαρρήγα-Αρτεμιάδη, Ηλίας Αρναούτογλου, Ιωάννης Χατζάκης, Περίγραμμα Ιστορίας Μεταβυζαντινού Δικαίου. Τα ελληνικά κείμενα, Εισαγωγή–Επιστημ. επιμέλεια, Λυδία Παπαρρήγα-Αρτεμιάδη [Πραγματεῖαι της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 63], Αθήναι 2011, 726 σελ., ISBN: 978-960-404-204-3. Στην έκδοση περιλαμβάνονται κατ’ αρχήν οι ελληνόγλωσσες νομικές πηγές της μεταβυζαντινής περιόδου, οι οποίες έχουν δημοσιευθεί ως πλήρες κείμενο, σε μελέτες που εκδόθηκαν μεταξύ του έτους 1978 (έτος εκδόσεως του τελευταίου συμπληρώματος του Περιγράμματος από τον Δημ. Γκίνη στον τόμο 43 της Ἐπετηρίδος τῆς Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν) και του έτους 2007. Επίσης περιελήφθησαν και ελληνόγλωσσες νομικές πηγές οι οποίες είχαν δημοσιευθεί πριν από το έτος 1978, αλλά εκ παραδρομής είχαν παραλειφθεί στο αρχικό Περίγραμμα του Δημ. Γκίνη και στα επακολουθήσαντα δύο Συμπληρώματα αυτού (βλ. αναλυτικότερα την ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση Εισαγωγή).
2. Ιωάννης Χατζάκης, Περίγραμμα Ιστορίας του Μεταβυζαντινού Δικαίου του Λατινοκρατούμενου Ελληνισμού. Τα λατινικά, ιταλικά και γαλλικά κείμενα, Εισαγωγή–επιστ.επιμέλεια, Ιωάννης Χατζάκης [Πραγματείαι της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 65], Αθήναι 2012, 471 σελ., ISBN: 978-960-404-228. Στην έκδοση περιλαμβάνονται οι ξενόγλωσσες νομικές πηγές της μεταβυζαντινής περιόδου. Επειδή μάλιστα ο τόμος του Περιγράμματος του Δημητρίου Γκίνη ερανίζει ελάχιστα λατινικά ή ιταλικά έγγραφα, κρίθηκε σκόπιμο να περιληφθούν στον τόμο αυτό οι πολυπληθείς εκδόσεις νομικών πηγών του λατινοκρατούμενου Ελληνισμού που είδαν το φως της δημοσιότητας από τα μέσα περίπου του 19ου αι., ενώ ως καταληκτήρια χρονολογία λήφθηκε και πάλι υπόψιν το έτος 2007 (βλ. αναλυτικότερα την ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση Εισαγωγή).
Σημειώνεται οι προαναφερθείσες τρεις (3) αυτοτελείς πραγματείες έχουν ψηφιοποιηθεί στο πλαίσιο του έργου Προβολή του έργου των Ερευνητικών Κέντρων της Ακαδημίας Αθηνών στον Παγκόσμιο Ιστό https://repository.academyofathens.gr/keied/content/4
ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΕΙΕΔ ΥΠΟ ΕΞΕΛΙΞΗ
1. ΕΚΔΟΣΗ ΜΝΗΜΕΙΩΝ ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Η αυτοτέλεια και ιδιομορφία της περιόδου του Μεταβυζαντινού Δικαίου έχει επανειλλημένως τεκμηριωθεί με ποικίλα και πειστικά επιχειρήματα από διακεκριμένους ιστορικούς του δικαίου. Οι ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει το μεταβυζαντινό δίκαιο, τόσο στον τομέα του δημοσίου, όσο και στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου, επιβάλλουν την περισυλλογή, έκδοση, σχολιασμό και συστηματική μελέτη των κειμένων της μεταβυζαντινής νομικής γραμματείας, εφόσον τα κείμενα αποδίδουν ανάγλυφη την εικόνα του απονεμόμενου “ζωντανού” δικαίου και το νομικό του υπόβαθρο. Για τον ιστορικό του δικαίου οι απαντήσεις στα ερωτήματα που ανακύπτουν λόγω της ταυτόχρονης λειτουργίας διαφορετικών νομικών συστημάτων που επέβαλε η συνύπαρξη και η εναλλαγή ποικίλων δικαιοπολιτικών καθεστώτων, προσεγγίζονται με βάση τις πληροφορίες που παρέχουν οι νομοκανονικές συλλογές, τα πατριαρχικά έγγραφα, η εκκλησιαστική νομολογία, οι σουλτανικοί ορισμοί νομοθετικού και διοικητικού περιεχομένου, οι κωδικοποιήσεις εθίμων, οι αποφάσεις νομοθετικού περιεχομένου των γενικών συνελεύσεων των κοινοτήτων και οι κοινοτικοί κανονισμοί, η νομολογία επισκοπικών, κοινοτικών και μικτών κριτηρίων, τα έγγραφα των αιρετοκρισιών, τα ιδιωτικά και νοταριακά δικαιοπρακτικά έγγραφα, τα πρακτικά και οι αποφάσεις των συντεχνιών, οι κώδικες μονών και μητροπόλεων καθώς και τα φραγκικά, βενετικά ή οθωμανικά διοικητικά έγγραφα που αφορούν στην οργάνωση και απονομή της δικαιοσύνης. Οι σημαντικές αυτές πηγές της μακρόχρονης και ποικιλόμορφης μεταβυζαντινής περιόδου ερμηνεύονται όχι μόνον με βάση τις ιστορικές συνθήκες αλλά και με βάση το νομικό καθεστώς του εκάστοτε επικυρίαρχου και τις ιστορικές συνθήκες, ενώ για την πληρέστερη ερμηνεία τους απαιτείται ο συσχετισμός τους με τις πηγές και τα πορίσματα της προγενέστερης βυζαντινής περιόδου.
Το Κέντρον Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου της Ακαδημίας Αθηνών (ΚΕΙΕΔ) παραμένοντας πιστό στη θεσμική αποστολή του, η οποία είναι κυρίως αυτή της περισυλλογής, έκδοσης και σχολιασμού των ανέκδοτων νομικών πηγών της μεταβυζαντινής περιόδου, έχει δημοσιεύσει, από την ίδρυσή του έως σήμερα, πληθώρα νομικών πηγών μεταβυζαντινού δικαίου, οι οποίες ανάγονται τόσο στην περίοδο λατινοκρατίας, όσο και σε αυτήν της οθωμανικής κυριαρχίας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται εκδόσεις νομοκανονικών κειμένων και νομικών έργων ή συλλογών της μεταβυζαντινής περιόδου [Μ. Φωτεινοπούλου, Νομικόν Πρόχειρον, ΕΚΕΙΕΔ 24-26 (1982), 3-415/Νομοκάνων Γ. Τραπεζουντίου, ΕΚΕΙΕΔ 27-28 (1985), 379-616/Νομοκάνων Μ. Μαλαξού, κεφ. σξθ΄-σπη’, ΕΚΕΙΕΔ 16-17 (1972), 7-39/Δ. Καταρτζή-Φωτιάδου, Δικανική Τέχνη, ΕΑΙΕΔ 3 (1950), 26-54/Δ. Πύρρου, Νόμος Δικανικός, ΕΑΙΕΔ 6 (1955), 94-99/ναυτική νομοθεσία Ύδρας (ΕΚΕΙΕΔ 38 (2004), 275-305] καθώς και εκδόσεις νοταριακών κωδίκων και λυτών δικαιοπρακτικών εγγράφων που προέρχονται από τις περιοχές της Νάξου [Κώδικας Ι. Μηνιάτη, ΕΚΕΙΕΔ 29-30 (1990), 129-1220/πράξεις Π. Μηνιάτη ΕΑΙΕΔ 4 (1951), 9-103, πράξεις Ι. Μηνιάτη, ΕΑΙΕΔ 12 (1968), 78-91 και 15, 32 /πράξεις Φ. Παρότζη, ΕΚΕΙΕΔ 12 (1968), 91-93/ πράξεις Κ. Κόκκου, ΕΚΕΙΕΔ 15 (1972), 34/ πράξεις πρωτονοταρίου Δρυμαλίας, ΕΚΕΙΕΔ 15 (1972), 33-34/Κώδικας Vaticanus Graecus 2639, Παράρτημα 12 ΕΚΕΙΕΔ (2012-2013), 99-354/Νοταριακές πράξεις παπα-Στεφάνου Αρώνη, Παράρτημα 13 ΕΚΕΙΕΔ (2015), 1-500], της Μυκόνου (πράξεις Ι. Παρθένη, ΕΚΕΙΕΔ 9 (1962), 5-6), της Πάρου [πράξεις Ν. Σπυρίδου, ΕΑΙΕΔ 8 (1958), 30-31, 153-155, Τζουάνε, ΕΑΙΕΔ 8 (1958), 158, 16-171, 173-175, 177-180, ΕΑΙΕΔ 15 (1972), 32-33, Ι. Κορτιάνου, ΕΑΙΕΔ 8 (1958), 183-186, Τ. Καμπάνη, ΕΑΙΕΔ 8 (1958), 186-187, 188-196, Ι. Σταματελάκη, ΕΑΙΕΔ 8 (1958), 193, 195-197, Δ. Χαμάρτου, ΕΑΙΕΔ 8 (1958), 197-199], της Σκύρου (πράξεις ιερέων Παχωμίου, ΕΚΕΙΕΔ 29-30 (1990), 108-109, Νικολάου, ό.π., 109-110, Σαμιώτη, ό.π., 111-112, Δ. Τζικούρη, ό.π., 112-115 και διαφόρων νοταρίων ΕΚΕΙΕΔ 31 (1995), 214-248), της Σίφνου (πράξεις Μαρτίνου διακόνου, ΕΑΙΕΔ 8 (1958), 104-111), της Σύρου (πράξεις Σκαρλάτου Μαξίμου, ΕΑΙΕΔ 18 (1973), 212-219), της Χίου (Ν. Δεμέστιχου, και άλλων, ΕΑΙΕΔ 1 (1948), 79-149), της Κερκύρας [πράξεις Ι. Χοντρομάτη ΕΚΕΙΕΔ 32 (1996), 149-192 /Π. Βαραγκά, ό.π., 215-316/Φ. Κατωϊμέρη ΕΚΕΙΕΔ 33 (1997) 21-358 και άλλων νοταρίων, ό.π., 468-472/Αρ. Αλεξάκη ΕΚΕΙΕΔ 34 (1998), 21-102], της Ζακύνθου [πράξεις Χ. Βασμούλου, ΕΑΙΕΔ 5 (1954), 50 επ., Ν. Νομικού, ΕΑΙΕΔ 5 (1954) , 51 επ., Ι. Δενόρε, ΕΑΙΕΔ 5 (1954), 89-96 και ΕΑΙΕΔ 6 (1955), 3 επ., Θ. Ζωναρά, ΕΑΙΕΔ 6 (1955), 44 επ., Γ. Ψημάρη, ΕΑΙΕΔ 6, 59-71 και πολλών άλλων], της Κεφαλονιάς [πράξεις Σ. Μοντεσάντου, ΕΑΙΕΔ 22 (1975), 78-79, Α. Μαυροϊωάννη, ΕΑΙΕΔ 22 (1975), 80 επ., Ν. Ρωμανού, ΕΑΙΕΔ 22 (1975), 88, 101-102, Γ. Καραντινού, ΕΑΙΕΔ 22 (1975), 125 επ. και άλλων], της Κρήτης [πράξεις Ι. Ολόκαλου, ΕΑΙΕΔ 12 (1968), 95-97/M. Castrofilaca, ΕΑΙΕΔ 12 (1968), 97-101, C. Zamoflin, ΕΑΙΕΔ 12 (1968), 108-109 και άλλων], της Αθήνας [πράξεις Α. Καρόρη, ΕΑΙΕΔ 12 (1968), 11-113]. Επίσης αξίζει να μνημονευθούν οι εκδόσεις ιδιωτικών δικαιοπρακτικών εγγράφων των περιοχών της Δημητσάνας (Μονή Φιλοσόφου) (ΕΑΙΕΔ 3 (1950), 121-150), της Δυτικής Μάνης (ΕΑΙΕΔ 3 (1950), 70-100, ΕΑΙΕΔ 6, 109-121), της Σκύρου [ΕΚΕΙΕΔ 27-28 (1985), ΕΚΕΙΕΔ 29-30 (1990), 299 επ., 94-108, 110-112), της Σύρου (ΕΚΕΙΕΔ 12 (1968), 94-95, ΕΚΕΙΕΔ 18 (1973), 209-212, 215-216], της Τήνου (ΕΚΕΙΕΔ 12 (1968), 93-94), της Κέρκυρας και Ύδρας (ΕΚΕΙΕΔ 27-28(1985), 686-698) ΕΚΕΙΕΔ 35 (2001), 35-99, ΕΚΕΙΕΔ 36 (2002), 197-204, ΕΚΕΙΕΔ 42 (2010), 203-216), καθώς και οι δημοσιεύσεις δικαστικών αποφάσεων της νήσου Μυκόνου [ΕΑΙΕΔ 7(1957), 33-144, ΕΚΕΙΕΔ 27-28 (1985), 18-225], του κριτηρίου της ελληνικής εμπορικής παροικίας («κομπανίας») του Σιμπίου Τρανσυλβανίας [Παράρτημα 10 ΕΚΕΙΕΔ 42 (2011), 40-610], των δραγομάνων του οθωμανικού στόλου που έδρασαν ως τοποτηρητές των νησιών του Αιγαίου κατά τον 17ο και 18ο αι. [Παράρτημα 2 ΕΚΕΙΕΔ. 36 (2002), 19-1080] και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της Πάργας («Σύλλογος της Επικλήσεως των πέντε») (ΕΚΕΙΕΔ 35 (2001), 147-169), τέλος δε και η έκδοση εγγράφων φραγκικών εκκλησιαστικών αρχών του έτους 1463 (ΕΚΕΙΕΔ 16-17 (1972), 238-248) και εγγράφων της Γενικής Γραμματείας Δικαίου της καποδιστριακής περιόδου (ΕΚΕΙΕΔ 44(2012-2013), 381-397, 46 (2016) 253-272 (βλ. τις εκδόσεις αυτές στη ψηφιοποιημένη συλλογή του ΚΕΙΕΔ «Μνημεία Μεταβυζαντινού Δικαίου» στο ψηφιακό αποθετήριο της Ακαδημίας Αθηνών http://repository.academyofathens.gr/keied/content/5. Το ερευνητικό αυτό πρόγραμμα παραμένει ενεργό έως σήμερα με την προετοιμασία της εκδόσεως του χφ. αρ. 85 του νοταρίου Νάξου Ιωάννου Μηνιάτη, κώδικα τον οποίον ευγενώς μας παραχώρησαν, κατόπιν αιτήσεώς μας, τα Γενικά Αρχεία του Κράτους (υπεύθυνος του προγράμματος: Κύριος Ερευνητής ΚΕΙΕΔ, Ιωάννης Χατζάκης).
2. Ο ΑΥΤΟΓΡΑΦΟΣ ΝΟΜΟΚΑΝΩΝ (ΝΟΜΙΜΟΝ) ΤΟΥ ΝΟΤΑΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ ΜΑΝΟΥΗΛ ΜΑΛΑΞΟΥ. ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΚΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
Σύντομη περιγραφή του προγράμματος.
Α. ΣΤΟΧΟΣ
Στόχοι του προγράμματος είναι οι ακόλουθοι:
Ι. Κριτική έκδοση και αποκατάσταση του αρχικού κειμένου της λογίας παραδόσεως του Νομοκάνονος του Μ. Μαλαξού. Η εργασία θα διενεργηθεί με βάση τα διασωθέντα χειρόγραφα της λογίας παραδόσεως τα οποία είναι τα εξής:
Η αρχική μορφή του κώδικα (λογία), σπανιότατη, διασώζεται σε 5 χειρόγραφα (τα οποία ευρίσκονται σε φωτοτυπική ανατύπωση από μικροφίλμ στα αρχεία του ΚΕΙΕΔ κατόπιν αδείας της Ρουμανικής Ακαδημίας, της Ιεράς Μονής Ιβήρων και της Αποστολικής Βατικανής Βιβλιοθήκης):
Αθηναϊκός Κώδικας αρ. 8 ιδιοκτησίας Ακαδημίας Αθηνών (πρώην ιδιοκτήτες κατά σειράν ο λόγιος φιλόλογος και συλλέκτης χφ. Αλέξιος Κολυβάς, ο δικηγόρος και μελετητής του βυζαντινού δικαίου Πέτρος Αγγελετόπουλος και εν συνεχείᾳ ο δικηγόρος Κίμωνας Γιαννακούρος που εδώρισε το έτος 1968 τον κώδικα εις μνήμην Αγγελετόπουλου στην Ακ. Αθ.-ΚΕΙΕΔ όπου σήμερα φυλάσσεται) -580 κεφάλαια, folia 426, χρόνος σύνταξης 30/4/1561, τόπος σύνταξης Θήβα ή Ιταλία, Ottoboniensis Graecus της Βατικανής Βιβλιοθήκης υπ’ αριθ. 97 (αγορά του έτους 1690 από τον Πάπα Αλεξάνδρο VIII της οικογενείας Ottoboni της βιβλιοθήκης των Δουκών Altemps η οποία περιελάμβανε και ελληνικά χειρόγραφα – [πρώην ιδιοκτήτες του κώδικα αρχικά ο φιλέλληνας καρδινάλιος Γουλιέλμος Σιρλέτο που είχε σχέσεις με έλληνες λογίους και γραφείς μεταξύ των οποίων και ο Μαλαξός, στη συνέχεια οι κληρονόμοι του Καρδιναλίου Ασκάνιο Κολόννα και τέλος οι Δούκες Altemps) -579 κεφάλαια (λείπει το προτελευταίο κεφάλαιο του χφ. της Ακ. Αθ.), folia 550, χρόνος σύνταξης μεταξύ των ετών 1561-1564, πιθανότερο το πρώτο ήμισυ του 1561, τόπος σύνταξης Ιταλία ή Ελλάδα (Θήβα), Ιεράς Μονής Ιβήρων υπ’ αρ. 287, Ρουμανικής Ακαδημίας υπ’ αρ. 278 (209) και τέλος, ο ημι-κατεστραμμένος Vaticanus graecus υπ’ αριθ. 2590 της Αποστολικής Βατικανής Βιβλιοθήκης.
Μεταξύ των χειρογράφων αυτών, από τα οποία τα 2 πρώτα πιθανολογείται ότι συντάχθηκαν περί το έτος 1561, κατά την κρατούσα στην επιστήμη άποψη (Paul Canard, Γεώργιος Μάρκου, De Gregorio) o Ottoboniensis 97 θεωρείται το τελικό ιδιόγραφο «πρόχειρον» του Μαλαξού (το πρωτότυπο της πρωταρχικής σύνθεσης της νομικής αυτής συλλογής) ενώ ο Αθηναϊκός κώδικας 8 το καθαρογραμμένο κείμενο που προοριζόταν για τον ζακύνθιο Έξαρχο Βοιωτίας και Μητροπολίτη Θηβών Ιωάσαφ (Μακρή). Πιθανολογείται ότι ο Αθηναϊκός 8 συντάχθηκε από αντιγραφέα στενό συνεργάτη του Μαλαξού, ενδεχομένως υπό την άμεση επίβλεψή του . Στη συνέχεια, για να γίνει κατανοητός από τους πολλούς, ο Νομοκάνονας μεταφέρθηκε στη δημώδη γλώσσα της εποχής («κοινήν», «ἁπλῆν φράσιν»). Στη δημώδη χειρόγραφη παράδοση σώζονται πάνω από 400 χφ. τα οποία εμφανίζουν ενίοτε σημαντικές αποκλίσεις από την αρχική (λογία) μορφή του και δεν έχουν τον αρχικό αριθμό των κεφαλαίων του Αθηναϊκού Κώδικα (Κεφ. 580). Κατά συνέπεια, τα δύο χειρόγραφα του Ottoboniensis 97 και του Αθηναϊκού 8 αποτελούν το θεμέλιο επί του οποίου θα πρέπει να βασισθεί η κριτική έκδοση της λογίας παραλλαγής του περίφημου αυτού κειμένου .
ΙΙ. Σύνταξη εκτεταμένης εισαγωγικής μελέτης. Η εργασία πέραν της κωδικολογικής περιγραφής, θα περιλαμβάνει και όλα τα απαιτούμενα ιστορικά και βιογραφικά στοιχεία για τον Μαλαξό, το νομοκανονικό του έργο, το περιβάλλον του κ.λπ.
ΙΙΙ. Σύνταξη των παραθεμάτων των νομοκανονικών πηγών των απαραίτητων πινάκων (index) και γλωσσαρίων.
IV. Η λόγια και η δημώδης έκδοση του Νομοκάνονος (τη δεύτερη έχει ήδη ολοκληρώσει ο εγνωσμένου κύρους παλαιογράφος Αγ. Τσελίκας) θα εκδοθούν σε δίτομη έκδοση του ΚΕΙΕΔ της Ακαδημίας Αθηνών.
Β. ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΓΝΩΣΗ ΣΤΟ ΘΕΜΑ
Σε μία αυτοκρατορία όπου Κράτος και Εκκλησία υπήρξαν αλληλένδετα όπως η βυζαντινή δεν υπήρχε έδαφος για απόλυτο διαχωρισμό των εκκλησιαστικών νομοθετικών πηγών από τις πολιτειακές νομοθετικές πηγές. Η πραγματικότητα αυτή συνετέλεσε στη δημιουργία μίας διακεκριμένης τυπολογίας συλλεκτικών νομικών έργων η οποία εμφανίζεται ήδη από τον πρώϊμο 6ο αι. για να προσλάβει από τον 11ο αι. και μετά την ονομασία «Νομοκάνων» ή «Νομοκάνονον» και αργότερα «Πηδάλιον» ή «Νόμιμον». Πιο συγκεκριμένα οι νομοκάνονες, ως ιδιαίτερη κατηγορία νομοθετικής παραγωγής, συνιστούν συστηματικές συλλογές διατάξεων πολιτειακού δικαίου (αυτοκρατορικοί νόμοι) και εκκλησιαστικών κανόνων που διαρθρώνονται καθ’ ύλην ανάλογα με το αντικείμενο. Ως εκ της φύσεώς τους υπόκειντο συχνά σε ερμηνευτικές επεξεργασίες και προσθαφαιρέσεις διατάξεων προσαρμοζόμενοι στο ισχύον δίκαιο και τις μεταβολές της νομικής πρακτικής.
Η Εκκλησία μετά την Άλωση έχοντας διαπαιδαγωγηθεί κατά τους τελευταίους ιδίως δύο βυζαντινούς αιώνες στο δικαστικό και νομοθετικό της έργο θα συνεχίσει την έντονη παρουσία της στον χώρο του δικαίου. Κατά την περίοδο ειδικότερα αυτή οι «νομοκάνονες» ή «νόμιμα» θα αποτελέσουν τα αποκλειστικά εγχειρίδια βάσει των οποίων γινόταν η απονομή του δικαίου ιδιαίτερα στο χώρο του οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου όπου η Εκκλησία ως πνευματική ηγέτιδα του ορθόδοξου κόσμου διατήρησε τη δικαιοδοτική και δικαιοπλαστική της αρμοδιότητα. Μεταξύ των ερανιστικών αυτών συλλογών που σώζονται στον ελλαδικό και βαλκανικό χώρο σε εκατοντάδες χειρόγραφα λόγω της εκτεταμένης χρήσης τους από τους χριστιανούς υπόδουλους ως οι πλέον σημαντικοί εκπρόσωποι της επιστήμης του δικαίου θεωρούνται η Εξάβιβλος του Αρμενοπούλου, υστεροβυζαντινή ιδιωτική συλλογή δικαίου του νομοφύλακος και κριτή Θεσσαλονίκης Αρμενόπουλου και ο Νομοκάνων (ή «Νόμιμον» στον πρόλογο του βατικανού Κώδικα Ottoboniensis 97, ή «Βιβλίον τῶν νόμων» στον πρόλογο του Αθηναϊκού Κώδικα 8) του Μανουήλ Μαλαξού (term. ante quem για τη λογία χφ. παράδοση η 30η/4/1561), έργο του γνωστού λογίου, κωδικογράφου του Βατικανού, νοταρίου της Μητροπόλεως Θηβών και ενδεχομένως δασκάλου στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, Μανουήλ Μαλαξού, το οποίο περιλαμβάνει διατάξεις αστικού, ποινικού και εκκλησιαστικού δικαίου. Και η μέν Εξάβιβλος, λόγω της μεγάλης διάδοσής της όχι μόνον στην τουρκοκρατούμενη Ανατολή αλλά και στη Δύση, ευτύχησε να έχει πολλές εκδόσεις (ήδη από το 1540) και την τιμή να καθιερωθεί ως ο πρώτος αστικός νόμος (πολιτικός κώδικας) του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από τα Ψηφίσματα του Κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια και το Διάταγμα της Αντιβασιλείας του 1835· αντιθέτως ο Νομοκάνων του Μ. Μαλαξού, ο οποίος είναι το νομικό εγχειρίδιο που ενέπνευσε τον πρώτο κώδικα εκκλησιαστικού, κανονικού και λαϊκού δικαίου στη Βλαχία και τις λοιπές ρουμανικές χώρες ενώ με τις παραλλαγές του στη δημώδη γλώσσα κυριάρχησε στον ελληνικό χώρο μέχρι τα μέσα του 18ου αι. , παραμένει ακόμη ανέκδοτος .
Γ. ΣΗΜΑΣΙΑ KAI ΣΥΜΒΟΛΗ TOY ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ
Η ανάγκη της κριτικής έκδοσης του αρχικού κειμένου του Νομοκάνονος του Μαλαξού, όπως αυτός διασώζεται στην αρχική του μορφή (λογία ελληνική) που συνέταξε ο Μανουήλ Μαλαξός, ως έργου «εθνικής σημασίας» έχει επανειλημμένως επισημανθεί από επιφανείς έλληνες και ξένους μελετητές μεταξύ των οποίων οι Κ. Δυοβουνιώτης, Δημήτριος Γκίνης, οι Καθηγητές της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Κων/νος Τριανταφυλλόπουλος και Γρηγόριος Κασιμάτης σε ανακοινώσεις τους στην Ακαδημία Αθηνών, ο Γεώργιος Μάρκου, Δικηγόρος και επισκέπτης Καθηγητής της Ιστορίας του Μεταβυζαντινού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Νεάπολης, οι διεθνούς φήμης βυζαντινολόγοι και παλαιογράφοι Dieter Simon και Paul Canard, προσφάτως δε ο παλαιογράφος του Βατικανού Giuseppe De Gregorio σε ειδική μονογραφία του (Il copista greco Manouel Malaxos. Studio biografico e paleografico-codicologico, Littera Antiqua 8, Città del Vaticano 1991, σσ. 1-294). Μεταξύ των επιχειρημάτων που έχουν προβληθεί, εκτός από την αυτονόητη αξία της έκδοσής του ως του σημαντικότερου μνημείου της εποχής του λόγω της τεράστιας διάδοσής του στον τουρκοκρατούμενο ελλαδικό αλλά και στον βαλκανικό χώρο χώρο επί δύο και πλέον αιώνες , εξαίρεται:
Πρώτον, η πολύ πρώϊμη (πολύ πριν από τη φαναριώτικη περίοδο του τέλους του 18ου-αρχών του 19ου αι.) επίδραση του Νομοκάνονος του Μανουήλ Μαλαξού ως βυζαντινού νομικού προτύπου στις πρώτες συλλογές κανονικού και λαϊκού δικαίου των βαλκανικών χωρών ,
Δεύτερον, η νομική σημασία του κώδικα, όχι μόνον ως έργου συλλεκτικού, αλλά και ως έργου επιλογής παλαιοτέρων νομικών κειμένων της βυζαντινής περιόδου, (Εκκλησιαστικές διατάξεις Νικηφόρου Α΄ Ομολογητή Πατριάρχου Κων/πολεως (806-815), Εκλογή Αυτοκρατόρων Κων/νου και Λέοντος, Νομοκάνων σε Ι4 τίτλους με ερμηνευτική επεξεργασία Βαλσαμώνος κατά τον 12ο αι., Ζωναράς, Ματθαίος Βλάσταρης, Σύνταγμα κατά στοιχείον, Εξάβιβλος).
Τρίτον, η αντιπαραβολή της λογίας έκδοσης με τις παραφράσεις και παραλλαγές του Νομοκάνονος στη δημώδη γλώσσα θα αναδείξει τις προσθήκες ή τροποποιήσεις που έγιναν από μεταγενέστερους συμπιλητές προκειμένου να προσαρμοσθούν τα βυζαντινά κείμενα στο πράγματι εφαρμοζόμενο δίκαιο της περιόδου της οθωμανικής κυριαρχίας. Κατά συνέπεια θα αναδείξει τη σημασία του Νομοκάνονος αυτού ως της σημαντικότερης πηγής της ιστορίας του μεταβυζαντινού δικαίου όπου απεικονίζεται η έντονη επίδραση του εθιμικού δικαίου αλλά και των τροποποιήσεων/προσαρμογών που επέφερε στο προϊσχύσαν βυζαντινό δίκαιο η νομοθετική παραγωγή της Εκκλησίας (κανονικές αποφάσεις του Πατριαρχείου) κατά τους χρόνους της οθωμανικής κυριαρχίας και,
Τέταρτον, η συναγωγή πολυτίμων επιστημονικών συμπερασμάτων που θα προάγουν πέραν της ιστορίας του δικαίου και άλλους επιστημονικούς κλάδους όπως η θεολογία, η κοινωνιολογία, η ιστορία, η λαογραφία και η εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας .
Εκ μέρους της ερευνητικής ομάδας
Δρ. Νομ. ΛΥΔΙΑ ΠΑΠΑΡΡΗΓΑ-ΑΡΤΕΜΙΑΔΗ
Διευθύντρια Ερευνών-Διευθύνουσα ΚΕΙΕΔ
[1] Το ειδικότερο τμήμα του προγράμματος το οποίο αφορά την επεξεργασία των ελληνικών νομικών παπύρων της αραβικής Αιγύπτου και Μ. Ανατολής οι οποίοι έχουν δημοσιευθεί έως το έτος 2016 εκπονείται από τον Διευθυντή Ερευνών του ΚΕΙΕΔ κ. Η. Αρναούτογλου με κριτήρια επιλογής τη γλώσσα [τεκμήρια γραμμένα στην ελληνική ή και στην ελληνική (δηλ. αραβική-ελληνική, κοπτική-ελληνική)], τη χρονολογία, το νομικό περιεχόμενο και την ακεραιότητα του τεκμηρίου.
